καδένα

καδένα
η цепь, цепочка (для часов)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "καδένα" в других словарях:

  • καδένα — η (Μ καδένα) 1. αλυσίδα λεπτή (ρολογιού κ.λπ.) ή χοντρή (βαποριού) 2. δεσμά, φυλακή 3. περιδέραιο, κόσμημα 4. αλυσίδα που κλείνει την είσοδο λιμανιού μσν. δοκάρι που συνδέει τις πλευρές καραβιού στο μέγιστο πλάτος του. [ΕΤΥΜΟΛ. < βενετ.… …   Dictionary of Greek

  • καδένα — η η μικρή αλυσίδα του ρολογιού: Ρολόι με χρυσή καδένα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ακαδένιαστος — η, ο αυτός που δεν έχει προσδεθεί ή δεν έχει κρεμαστεί από κάπου με καδένα, με αλυσίδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερητικό + καδενιάζω < καδένα] …   Dictionary of Greek

  • καδήνα — η καδένα* [ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. τής λ. καδένα] …   Dictionary of Greek

  • καδενωμένος — η, ο δεμένος με αλυσίδες, αλυσοδεμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < *καδενώνω < καδένα] …   Dictionary of Greek

  • κουλλούρι — και κουλούρι, το 1. μικρή κουλούρα 2. ψωμί που μοιάζει με κρίκο αλυσίδας και η επιφάνειά του είναι συνήθως καλυμμένη με σουσάμι ή ζάχαρη 3. (σχετικά με τη βαθμολογία μαθητών) το μηδενικό 4. ναυτ. ο δακτύλιος που βρίσκεται στο άνω μέρος τού… …   Dictionary of Greek

  • μοτοσικλέτα — Οδικό όχημα με κινητήρα και δύο (ή σπανιότερα τρεις) τροχούς, για μεταφορά προσώπων ή και εμπορευμάτων. Όπως το αυτοκίνητο προήλθε από τις άμαξες, στις οποίες τοποθετήθηκαν κινητήρες ατμού ή εσωτερικής καύσης, έτσι και οι πρώτες μ. γεννήθηκαν από …   Dictionary of Greek

  • μπαίνω — (Μ μπαίνω και μπαίννω και ἐμπαίνω και ἐμπαίννω) 1. εισέρχομαι («και μπαίνει μέσα στη σπηλιά κι αποκοιμιέται», Γρυπ.) 2. (σχετικά με όχημα) επιβιβάζομαι («μπήκαν στο βαπόρι») 3. προσλαμβάνομαι σε υπηρεσία, διορίζομαι («μπήκε στην τράπεζα») 4.… …   Dictionary of Greek

  • ξεκοτσάρισμα — το [ξεκοτσάρω] ναυτ. 1. η αποσύνδεση τού συστήματος που συγκρατεί την καδένα τής άγκυρας ώστε αυτή να μην παρασύρεται προς τη θάλασσα 2. τεχνολ. αποσύνδεση ρυμουλκούμενου οχήματος από το ρυμουλκό όχημα …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»